355 500 произведений, 25 200 авторов.

Электронная библиотека книг » Автор Неизвестен » Η Καινή Διαθήκη (Φιλος) » Текст книги (страница 27)
Η Καινή Διαθήκη (Φιλος)
  • Текст добавлен: 4 октября 2016, 23:23

Текст книги "Η Καινή Διαθήκη (Φιλος)"


Автор книги: Автор Неизвестен


Жанры:

   

Религия

,

сообщить о нарушении

Текущая страница: 27 (всего у книги 46 страниц)

Κεφάλαιον 27

1 ΚΑΙ όταν αποφασίστηκε να αποπλεύσουμε για την Ιταλία, παρέδωσαν τον Παύλο και μερικούς άλλους φυλακισμένους σε έναν εκατόνταρχο, με το όνομα Ιούλιος, από το τάγμα τού λεγόμενου Σεβαστού. 2 Και αφού ανεβήκαμε σε ένα Αδραμυττηνό πλοίο, σηκωθήκαμε μέλλοντας να παραπλεύσουμε τους τόπους προς την Ασία, έχοντας μαζί μας τον Μακεδόνα Αρίσταρχο, αυτόν από τη Θεσσαλονίκη. 3 Και την άλλη ημέρα φτάσαμε στη Σιδώνα, και ο Ιούλιος, φερόμενος φιλάνθρωπα προς τον Παύλο, του επέτρεψε να πάει στους φίλους του και να τύχει περίθαλψης. 4 Και από εκεί, αφού σηκωθήκαμε, πλεύσαμε από το κάτω μέρος τής Κύπρου, επειδή οι άνεμοι ήσαν ενάντιοι. 5 Και καθώς διαπλεύσαμε το πέλαγος της Κιλικίας και της Παμφυλίας, ήρθαμε στα Μύρα τής Λυκίας. 6 Και εκεί, ο εκατόνταρχος, βρίσκοντας ένα Αλεξανδρινό πλοίο, που έπλεε προς την Ιταλία, μας έβαλε επάνω σ' αυτό. 7 Πλέοντας, όμως, με βραδύ ρυθμό αρκετές ημέρες, και φτάνοντας μόλις στην Κνίδο, επειδή δεν μας άφηνε ο άνεμος, πλεύσαμε από το κάτω μέρος τής Κρήτης προς τη Σαλμώνη· 8 και μόλις την παραπλεύσαμε, ήρθαμε σε κάποιον τόπο, που ονομάζεται Καλοί Λιμένες, κοντά στον οποίο ήταν η πόλη Λασαία. 9 Και επειδή πέρασε αρκετός καιρός, και το θαλάσσιο ταξίδι ήταν ήδη επικίνδυνο, μια και είχε περάσει κιόλας η νηστεία, ο Παύλος τούς συμβούλευε, 10 λέγοντας: Άνδρες, βλέπω ότι το θαλάσσιο ταξίδι πρόκειται να γίνει με κακοπάθεια και πολλή ζημία, όχι μονάχα τού φορτίου και του πλοίου, αλλά και των ψυχών μας. 11 Ο εκατόνταρχος, όμως, πειθόταν περισσότερο στον κυβερνήτη και στον ναύκληρο, παρά στα λεγόμενα από τον Παύλο. 12 Και επειδή το λιμάνι δεν ήταν κατάλληλο για να παραχειμάσει κανείς, οι περισσότεροι γνωμοδότησαν να σηκωθούν και από εκεί, ώστε, αφού φτάσουν, αν θα μπορούσαν, στον Φοίνικα, ένα λιμάνι τής Κρήτης, που βλέπει προς τον Λίβα και προς τον Χώρο, να παραχειμάσουν εκεί.

13 Και όταν έπνευσε ελαφρά νοτιάς, νομίζοντας ότι πέτυχαν τον σκοπό, σήκωσαν την άγκυρα, και έπλεαν κατά μήκος τής Κρήτης. 14 Όμως, ύστερα από λίγο χτύπησε εναντίον της ένας Τυφωνικός άνεμος, που λέγεται Ευροκλείδωνας. 15 Και επειδή συναρπάχθηκε το πλοίο, και δεν μπορούσε να αντέχει απέναντι στον άνεμο, αφού αφεθήκαμε, φερόμασταν. 16 Και καθώς περάσαμε γρήγορα από ένα μικρό νησί, που ονομαζόταν Κλαύδη, μόλις μπορέσαμε να βάλουμε στην εξουσία μας τη βάρκα. 17 Την οποία, αφού την ανέβασαν, μεταχειρίζονταν βοηθήματα, ζώνοντας από κάτω το πλοίο· και επειδή φοβόνταν μήπως και εκπέσουν στη Σύρτη, κατέβασαν τα πανιά, και φέρονταν έτσι. 18 Και επειδή ταλαιπωρούμασταν υπερβολικά, την ακόλουθη ημέρα έρριχναν στη θάλασσα από το φορτίο· 19 και την τρίτη ημέρα με τα ίδια μας τα χέρια ρίξαμε τα σκεύη τού πλοίου. 20 Και επειδή για πολλές ημέρες δεν φαίνονταν ούτε ήλιος ούτε αστέρια, ο δε βαρύς χειμώνας συνεχιζόταν, αφαιρείτο πλέον από μας κάθε ελπίδα σωτηρίας. 21 Ύστερα δε από πολυήμερη ασιτία, ο Παύλος, αφού στάθηκε ανάμεσά τους, είπε: Έπρεπε, ω άνδρες, να με υπακούσετε, και να μη σηκωθείτε από την Κρήτη, και έτσι θα αποφεύγαμε τούτη την κακοπάθεια και τη ζημία. 22 Αλλά, και τώρα, σας προτρέπω να έχετε θάρρος· επειδή, καμιά ψυχή από σας δεν θα χαθεί, παρά μονάχα το πλοίο. 23 Επειδή, αυτή τη νύχτα φάνηκε σε μένα ένας άγγελος του Θεού, του οποίου είμαι, τον οποίο και λατρεύω, 24 λέγοντας: Μη φοβάσαι, Παύλο· πρέπει να παρασταθείς μπροστά στον Καίσαρα· και δες, ο Θεός χάρισε σε σένα όλους αυτούς που πλέουν μαζί σου. 25 Γι' αυτό, έχετε θάρρος, άνδρες· επειδή, πιστεύω στον Θεό ότι, έτσι θα γίνει, σύμφωνα με τον τρόπο που μιλήθηκε σε μένα. 26 Πρέπει, μάλιστα, να πέσουμε σε κάποιο νησί. 27 Και όταν ήρθε η 14η νύχτα, ενώ περιφερόμασταν στην Αδριατική Θάλασσα, γύρω στα μεσάνυχτα οι ναύτες συμπέραναν ότι πλησιάζουν σε κάποιον τόπο. 28 Και ρίχνοντας τη βολίδα, βρήκαν 20 οργιές· και καθώς προχώρησαν λίγο διάστημα, ρίχνοντας και πάλι τη βολίδα, βρήκαν 15 οργιές· 29 και έχοντας τον φόβο μήπως και πέσουμε έξω σε τραχείς τόπους, αφού από την πρύμη έρριξαν τέσσερις άγκυρες, εύχονταν να γίνει ημέρα. 30 Και επειδή οι ναύτες επιζητούσαν να φύγουν από το πλοίο, και κατέβασαν τη βάρκα στη θάλασσα, με την πρόφαση ότι επρόκειτο να απλώσουν άγκυρες από την πλώρη, 31 ο Παύλος είπε στον εκατόνταρχο και στους στρατιώτες: Αν αυτοί δεν μείνουν στο πλοίο, εσείς δεν μπορείτε να σωθείτε. 32 Τότε, οι στρατιώτες απέκοψαν τα σχοινιά τής βάρκας, και την άφησαν να πέσει έξω. 33 Και μέχρι να ξημερώσει, ο Παύλος παρακαλούσε όλους να πάρουν κάποια τροφή, λέγοντας: Σήμερα για 14 ημέρες προσδοκώντας, παραμένετε νηστικοί, και δεν φάγατε τίποτε. 34 Γι' αυτό, σας παρακαλώ, πάρτε τροφή· μια κι αυτό είναι αναγκαίο για τη σωτηρία σας· επειδή, σε κανέναν από σας δεν θα χαθεί ούτε μια τρίχα από το κεφάλι του. 35 Αφού δε είπε αυτά, και πήρε ψωμί, ευχαρίστησε τον Θεό μπροστά σε όλους, και κόβοντας άρχισε να τρώει. 36 Παίρνοντας δε όλοι θάρρος, πήραν κι αυτοί τροφή. 37 Ήμασταν, μάλιστα, όλες οι ψυχές μέσα στο πλοίο, 276. 38 Και αφού χόρτασαν από τροφή, ελάφρυναν το πλοίο, ρίχνοντας το σιτάρι στη θάλασσα.

39 Και όταν έγινε ημέρα, δεν γνώριζαν τη γη· παρατηρούσαν, όμως, κάποιον κόλπο που είχε γιαλό, στον οποίο θέλησαν, αν μπορούσαν, να ρίξουν έξω το πλοίο. 40 Και αφού έκοψαν τις άγκυρες, άφησαν το πλοίο στη θάλασσα, ενώ ταυτόχρονα έλυσαν τα σχοινιά των πηδαλίων· και υψώνοντας τον αρτέμονα προς τον άνεμο, κατευθύνονταν προς τον γιαλό. 41 Και αφού έπεσαν σε έναν τόπο, όπου συνέρχονταν δύο θάλασσες, έρριξαν το πλοίο έξω· και η μεν πλώρη κάθησε και έμεινε ασάλευτη· η δε πρύμη διαλυόταν από τη βία των κυμάτων. 42 Και οι στρατιώτες θέλησαν να θανατώσουν τούς κρατούμενους, για να μη διαφύγει κανένας κολυμπώντας. 43 Ο εκατόνταρχος, όμως, θέλοντας να διασώσει τον Παύλο, τους εμπόδισε από τον σκοπό τους, και πρόσταξε, όσοι μπορούσαν να κολυμπούν, να ριχτούν πρώτοι και να βγουν στη στεριά· 44 οι δε υπόλοιποι, άλλοι μεν επάνω σε σανίδες, άλλοι δε επάνω σε κάποια λείψανα του πλοίου. Κι έτσι, όλοι κατάφεραν να διασωθούν στη στεριά.

Κεφάλαιον 28

1 ΚΑΙ όταν διασώθηκαν, τότε γνώρισαν ότι το νησί ονομάζεται Μελίτη. 2 Οι δε βάρβαροι έδειξαν σε μας όχι την τυχαία φιλανθρωπία· επειδή, αφού άναψαν φωτιά, μας υποδέχθηκαν όλους εμάς, εξαιτίας τής επικείμενης βροχής, και του ψύχους. 3 Και όταν ο Παύλος, μαζεύοντας έναν σωρό από φρύγανα, τα έβαλε επάνω στη φωτιά, μια οχιά, βγαίνοντας λόγω τής θερμότητας, κόλλησε επάνω στο χέρι του. 4 Και καθώς οι βάρβαροι είδαν το θηρίο να είναι κρεμασμένο από το χέρι του, έλεγαν αναμεταξύ τους: Σίγουρα, ο άνθρωπος αυτός είναι φονιάς, ο οποίος, παρόλο ότι διασώθηκε από τη θάλασσα, η θεία δίκη δεν τον άφησε να ζει. 5 Κι αυτός μεν αποτίναξε το θηρίο στη φωτιά, και δεν έπαθε κανένα κακό. 6 Και εκείνοι περίμεναν ότι επρόκειτο να πρηστεί ή να πέσει ξαφνικά κάτω νεκρός· αφού, όμως, περίμεναν πολλή ώρα, και έβλεπαν ότι δεν του γινόταν κανένα κακό, αλλάζοντας γνώμη, έλεγαν ότι είναι θεός. 7 Και στα γύρω μέρη εκείνου τού τόπου ήσαν κτήματα του πρώτου ανθρώπου τού νησιού με το όνομα Πόπλιος, ο οποίος, αφού μας υποδέχθηκε, μας φιλοξένησε φιλόφρονα τρεις ημέρες. 8 Συνέβηκε, μάλιστα, ο πατέρας τού Ποπλίου να είναι κατάκοιτος, πάσχοντας από πυρετό και δυσεντερία· στον οποίο, όταν ο Παύλος μπήκε μέσα, και αφού προσευχήθηκε, έβαλε επάνω του τα χέρια, και τον γιάτρεψε. 9 Όταν έγινε, λοιπόν, αυτό, και οι υπόλοιποι, όσοι είχαν ασθένειες στο νησί, προσέρχονταν και θεραπεύονταν· 10 οι οποίοι μάς τίμησαν με πολλές τιμές, και όταν επρόκειτο να αναχωρήσουμε, μας εφοδίασαν με τα αναγκαία.

11 Και ύστερα από τρεις μήνες αποπλεύσαμε, επάνω σε ένα Αλεξανδρινό πλοίο, με σημαία των Διοσκούρων, που είχε παραχειμάσει στο νησί· 12 και όταν φτάσαμε στις Συρακούσες, μείναμε τρεις ημέρες. 13 Και από εκεί, αφού κάναμε τον περίπλου, φτάσαμε στο Ρήγιο· και ύστερα από μία ημέρα, όταν έπνευσε νότιος άνεμος, ήρθαμε τη δεύτερη ημέρα στους Ποτίολους· 14 όπου, βρίσκοντας αδελφούς, μας παρακάλεσαν να μείνουμε μαζί τους επτά ημέρες· και έτσι ήρθαμε στη Ρώμη. 15 Και από εκεί, ακούγοντας οι αδελφοί τα νέα για μας, βγήκαν έξω σε συνάντησή μας μέχρι τον Άππιο Φόρο και τις Τρεις Ταβέρνες· τους οποίους, όταν είδε ο Παύλος, ευχαρίστησε τον Θεό, και πήρε θάρρος. 16 Και όταν ήρθαμε στη Ρώμη, ο εκατόνταρχος παρέδωσε τους κρατούμενους στον στρατοπεδάρχη· στον Παύλο, όμως, επιτράπηκε να μένει μόνος του, μαζί με έναν στρατιώτη, που τον φύλαγε.

17 Και ύστερα από τρεις ημέρες, ο Παύλος συγκάλεσε τους πρώτους από τους Ιουδαίους, που ήσαν εκεί· και όταν συγκεντρώθηκαν, τους έλεγε: Άνδρες αδελφοί, εγώ, χωρίς να κάνω κάτι ενάντια στον λαό ή στα πατρώα έθιμα, παραδόθηκα από τα Ιεροσόλυμα κρατούμενος στα χέρια των Ρωμαίων· 18 οι οποίοι, αφού με ανέκριναν, ήθελαν να με απολύσουν, επειδή καμιά αιτία θανάτου δεν υπήρχε σε μένα. 19 Όμως, επειδή οι Ιουδαίοι αντέλεγαν, αναγκάστηκα να επικαλεστώ τον Καίσαρα· όχι σαν να έχω να κατηγορήσω το έθνος μου σε κάτι. 20 Γι' αυτή, λοιπόν, την αιτία σάς κάλεσα για να σας δω και να μιλήσω· επειδή, ένεκα της ελπίδας τού Ισραήλ φοράω τούτη την αλυσίδα. 21 Και εκείνοι είπαν σ' αυτόν: Εμείς ούτε γράμματα πήραμε για σένα από την Ιουδαία ούτε, ερχόμενος κάποιος από τους αδελφούς, ανήγγειλε ή μίλησε κάτι κακό εναντίον σου. 22 Επιθυμούμε, μάλιστα, να ακούσουμε από σένα τι φρονείς· επειδή, για την αίρεση αυτή είναι σε μας γνωστό ότι, παντού αντιλέγεται. 23 Και αφού τού διόρισαν μία ημέρα, ήρθαν σ' αυτόν στο κατάλυμα πολλοί· στους οποίους εξέθεσε με μαρτυρίες τη βασιλεία τού Θεού, και τους έπειθε στα σχετιζόμενα με τον Ιησού, και από τον νόμο τού Μωυσή και από τους προφήτες, από το πρωί μέχρι το βράδυ. 24 Και άλλοι μεν πείθονταν στα λεγόμενα, άλλοι όμως απιστούσαν. 25 Και καθώς ήσαν ασύμφωνοι αναμεταξύ τους, αναχωρούσαν, αφού ο Παύλος είπε έναν λόγο, ότι: Καλά μίλησε το Πνεύμα το Άγιο στους πατέρες μας διαμέσου τού προφήτη Ησαϊα· 26 που έλεγε: «Πήγαινε σε τούτο τον λαό και πες: Με την ακοή θα ακούσετε, και δεν θα εννοήσετε· και βλέποντας θα δείτε, και δεν θα καταλάβετε. 27 Επειδή, η καρδιά τούτου τού λαού πάχυνε, και με τα αυτιά άκουσαν βαριά, και έκλεισαν τα μάτια τους· μήπως κάποτε δουν με τα μάτια, ακούσουν με τα αυτιά, και εννοήσουν με την καρδιά, και επιστρέψουν, και τους γιατρέψω». 28 Ας είναι, λοιπόν, σε σας γνωστό ότι, στα έθνη στάλθηκε το σωτήριο μήνυμα του Θεού· αυτοί και θα ακούσουν. 29 Και αφού είπε αυτά, οι Ιουδαίοι αναχώρησαν, έχοντας ανάμεσά τους πολλή συζήτηση. 30 Και ο Παύλος έμεινε δύο ολόκληρα χρόνια σε ένα ιδιαίτερο μισθωμένο σπίτι· και δεχόταν όλους εκείνους που έρχονταν σ' αυτόν, 31 κηρύττοντας τη βασιλεία τού Θεού, και διδάσκοντας με κάθε παρρησία, χωρίς εμπόδιο, αυτά που σχετίζονταν με τον Κύριο Ιησού Χριστό.

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ

Κεφάλαιον 1

1 Ο Παύλος, δούλος τού Ιησού Χριστού, καλεσμένος απόστολος, ξεχωρισμένος για το ευαγγέλιο του Θεού, 2 (που προϋποσχέθηκε, διαμέσου των προφητών του, μέσα στις άγιες γραφές), 3 για τον Υιό του, που γεννήθηκε από το σπέρμα τού Δαβίδ κατά τη σάρκα, 4 και αποδείχθηκε Υιός τού Θεού με δύναμη, σύμφωνα με το πνεύμα τής αγιοσύνης, με την ανάσταση από τους νεκρούς, του Ιησού Χριστού τού Κυρίου μας, 5 διαμέσου τού οποίου πήραμε χάρη και αποστολή, σε υπακοή πίστης όλων των εθνών, υπέρ τού ονόματός του· 6 ανάμεσα στα οποία είστε κι εσείς, προσκαλεσμένοι τού Ιησού Χριστού· 7 προς όλους όσους είναι στη Ρώμη, αγαπητούς τού Θεού, προσκαλεσμένους αγίους, χάρη να είναι σε σας και ειρήνη από τον Θεό τον Πατέρα μας, και τον Κύριο Ιησού Χριστό.

8 Πρώτα μεν ευχαριστώ τον Θεό μου διαμέσου τού Ιησού Χριστού για όλους σας, για τον λόγο ότι η πίστη σας εξαγγέλλεται σε όλο τον κόσμο· 9 επειδή, ο Θεός μου είναι μάρτυρας, τον οποίο τον λατρεύω με το πνεύμα μου στο ευαγγέλιο του Υιού του, ότι αδιάκοπα σας θυμάμαι, 10 καθώς πάντοτε δέομαι στις προσευχές μου, μήπως κατά κάποιον τρόπο αξιωθώ κάποτε, με το θέλημα του Θεού, νάρθω σε σας. 11 Επειδή, επιποθώ να σας δω, για να σας μεταδώσω κάποιο πνευματικό χάρισμα για τη στήριξή σας· 12 κι αυτό είναι, το να συμπαρηγορηθώ ανάμεσά σας με την κοινή πίστη, και τη δική σας και τη δική μου. 13 Μάλιστα, δεν θέλω αδελφοί να αγνοείτε, ότι πολλές φορές μελέτησα νάρθω σε σας, (εμποδίστηκα, όμως, μέχρι τώρα), για να απολαύσω κάποιον καρπό και ανάμεσά σας, καθώς και ανάμεσα στα υπόλοιπα έθνη. 14 Είμαι χρεώστης και απέναντι σε Έλληνες και απέναντι σε βάρβαρους, και σε σοφούς και σε άσοφους· 15 έτσι, είμαι πρόθυμος, όσον αφορά το δικό μου μέρος, να κηρύξω το ευαγγέλιο και σε σας που είστε στη Ρώμη.

16 Επειδή, δεν ντρέπομαι, βέβαια, το ευαγγέλιο του Χριστού· για τον λόγο ότι, είναι δύναμη Θεού προς σωτηρία σε κάθε έναν που πιστεύει, και στον Ιουδαίο, πρώτα, και στον Έλληνα· 17 επειδή, διαμέσου αυτού η δικαιοσύνη τού Θεού αποκαλύπτεται από πίστη σε πίστη, καθώς είναι γραμμένο: «Ο δίκαιος, βέβαια, θα ζήσει με πίστη».

18 Επειδή, οργή του Θεού αποκαλύπτεται από τον ουρανό επάνω σε κάθε ασέβεια και αδικία ανθρώπων, που κατακρατούν την αλήθεια με μέσα αδικίας. 19 Επειδή, ό,τι μπορεί να γίνει γνωστό για τον Θεό, είναι φανερό μέσα τους· για τον λόγο ότι, ο Θεός το φανέρωσε σ' αυτούς. 20 Δεδομένου ότι, τα αόρατα αυτού βλέπονται φανερά από την εποχή τής κτίσης τού κόσμου, καθώς νοούνται διαμέσου των δημιουργημάτων του, και η αιώνια δύναμή του και η θεότητα, ώστε αυτοί να είναι αναπολόγητοι. 21 Επειδή, ενώ γνώρισαν τον Θεό, δεν τον δόξασαν ως Θεό, ούτε τον ευχαρίστησαν· αλλά, μέσα στους μάταιους συλλογισμούς τους, αναζήτησαν μάταια πράγματα, και σκοτίστηκε η ασύνετη καρδιά τους. 22 Ενώ έλεγαν ότι είναι σοφοί, έγιναν μωροί. 23 Και άλλαξαν τη δόξα τού άφθαρτου Θεού σε ομοίωμα εικόνας φθαρτού ανθρώπου, και πουλιών και τετράποδων και ερπετών. 24 Γι' αυτό και ο Θεός τούς παρέδωσε σε ακαθαρσία, διαμέσου των επιθυμιών των καρδιών τους, ώστε να ατιμάζονται τα σώματά τους αναμεταξύ τους. 25 Οι οποίοι αντικατέστησαν την αλήθεια τού Θεού με το ψέμα, και απέδωσαν σεβασμό και λάτρευσαν την κτίση, παρά εκείνον που την έκτισε, ο οποίος είναι άξιος ευλογίας στους αιώνες. Αμήν. 26 Γι' αυτό, ο Θεός τούς παρέδωσε σε πάθη ατιμίας· επειδή, και οι γυναίκες τους αντικατέστησαν τη φυσική χρήση με την αφύσικη· 27 παρόμοια δε και οι άνδρες, αφήνοντας τη φυσική χρήση τής γυναίκας, άναψαν μέσα τους από την επιθυμία τους ο ένας προς τον άλλον, κάνοντας την ασχημοσύνη, αρσενικοί σε αρσενικούς, και απολαμβάνοντας στον εαυτό τους την πρέπουσα αντιμισθία τής πλάνης τους. 28 Και καθώς αποδοκίμασαν το να έχουν επίγνωση του Θεού, ο Θεός τούς παρέδωσε σε αδόκιμον νου, ώστε να κάνουν εκείνα που δεν πρέπει· 29 επειδή, είναι γεμάτοι από κάθε αδικία, πορνεία, πονηρία, πλεονεξία, κακία· είναι γεμάτοι από φθόνο, φόνο, φιλονικία, δόλο, κακοήθεια· 30 ψιθυριστές, κατάλαλοι, με μίσος για τον Θεό, υβριστές, υπερήφανοι, αλαζόνες, εφευρετές κακών, απειθείς στους γονείς, 31 χωρίς σύνεση, παραβάτες συμφωνιών, άσπλαχνοι, ασυμφιλίωτοι, ανελεήμονες· 32 οι οποίοι, ενώ γνωρίζουν τη δικαιοσύνη τού Θεού, ότι εκείνοι που πράττουν τέτοιου είδους πράγματα είναι άξιοι θανάτου, όχι μονάχα τα πράττουν, αλλά και επιδοκιμάζουν με ευχαρίστηση εκείνους που τα πράττουν.

Κεφάλαιον 2

1 Γί αυτό, είσαι αναπολόγητος, ω άνθρωπε, οποιοσδήποτε και αν είσαι εσύ που κρίνεις· επειδή, σε ό,τι κρίνεις τον άλλον, κατακρίνεις τον εαυτό σου· για τον λόγο ότι, τα ίδια κάνεις εσύ που κρίνεις. 2 Ξέρουμε, μάλιστα, ότι η κρίση τού Θεού είναι σύμφωνη με την αλήθεια, ενάντια σ' εκείνους που κάνουν αυτού τού είδους τα πράγματα. 3 Και νομίζεις τούτο, ω άνθρωπε, εσύ που κρίνεις αυτούς που κάνουν αυτού τού είδους τα πράγματα, και ο οποίος τα κάνεις, ότι θα ξεφύγεις την κρίση τού Θεού; 4 Ή καταφρονείς τον πλούτο τής αγαθότητάς του και της υπομονής και της μακροθυμίας, αγνοώντας ότι η αγαθότητα του Θεού σε φέρνει σε μετάνοια; 5 Εξαιτίας, όμως, της σκληρότητάς σου και της αμετανόητης καρδιάς, θησαυρίζεις για τον εαυτό σου οργή κατά την ημέρα τής οργής και της αποκάλυψης της δικαιοκρισίας τού Θεού, 6 ο οποίος θα αποδώσει σε κάθε έναν σύμφωνα με τα έργα του· 7 σ' εκείνους μεν που, με υπομονή αγαθού έργου, ζητούν δόξα και τιμή και αφθαρσία, αιώνια ζωή· 8 στους δε φιλόνικους, και οι οποίοι απειθούν μεν στην αλήθεια, όμως πείθονται στην αδικία, θα είναι θυμός και οργή, 9 θλίψη και στενοχώρια σε κάθε ψυχή ανθρώπου που εργάζεται το κακό, και Ιουδαίου, πρώτα, και Έλληνα· 10 δόξα, όμως, και τιμή και ειρήνη σε κάθε εργαζόμενον το αγαθό, και στον Ιουδαίο, πρώτα, και στον Έλληνα. 11 Δεν υπάρχει, βέβαια, προσωποληψία από μέρους τού Θεού· 12 επειδή, όσοι αμάρτησαν χωρίς τον νόμο, θα απολεσθούν και χωρίς τον νόμο· και όσοι αμάρτησαν κάτω από τον νόμο, θα κριθούν με τον νόμο, 13 (επειδή, δεν είναι δίκαιοι μπροστά στον Θεό οι ακροατές τού νόμου, αλλά οι εκτελεστές τού νόμου θα δικαιωθούν. 14 Επειδή, όταν οι εθνικοί, που δεν έχουν νόμο, κάνουν από τη φύση τους εκείνα που ανήκουν στον νόμο, αυτοί, ενώ δεν έχουν νόμο, οι ίδιοι είναι νόμος στον εαυτό τους· 15 οι οποίοι δείχνουν το έργο τού νόμου να είναι γραμμένο μέσα στις καρδιές τους, έχοντας τη συνείδησή τους να συμμαρτυρεί, και τους λογισμούς να κατηγορούν ή και να απολογούνται αναμεταξύ τους)· 16 κατά την ημέρα, όταν ο Θεός θα κρίνει τα κρυφά των ανθρώπων διαμέσου τού Ιησού Χριστού, σύμφωνα με το ευαγγέλιό μου.

17 Δες, εσύ ονομάζεσαι Ιουδαίος, και επαναπαύεσαι στον νόμο, και καυχάσαι στον Θεό, 18 και γνωρίζεις το θέλημά του, και διακρίνεις τα όσα διαφέρουν, καθώς διδάσκεσαι από τον νόμο· 19 και έχεις πεποίθηση στον εαυτό σου, ότι είσαι οδηγός τυφλών, φως εκείνων που είναι μέσα στο σκοτάδι, 20 παιδαγωγός των αφρόνων, δάσκαλος των νηπίων, έχοντας τον τύπο τής γνώσης και της αλήθειας, που είναι μέσα στον νόμο. 21 Εσύ, λοιπόν, που διδάσκεις τον άλλον, δεν διδάσκεις τον εαυτό σου; Εσύ που κηρύττεις να μη κλέβουν, κλέβεις; 22 Εσύ που λες να μη μοιχεύουν, μοιχεύεις; Εσύ που αηδιάζεις για τα είδωλα, διαπράττεις ιεροσυλία; 23 Εσύ που καυχάσαι στον νόμο, ατιμάζεις τον Θεό με την παράβαση του νόμου; 24 Επειδή, όπως είναι γραμμένο, το όνομα του Θεού εξαιτίας σας δυσφημείται ανάμεσα στα έθνη. 25 Βέβαια, η περιτομή ωφελεί μεν, αν εκτελείς τον νόμο· αν, όμως, είσαι παραβάτης τού νόμου, η περιτομή σου έχει γίνει ακροβυστία. 26 Αν, λοιπόν, ο απερίτμητος τηρεί τα διατάγματα του νόμου, δεν θα λογαριαστεί η ακροβυστία του ως περιτομή; 27 Και ο απερίτμητος από τη φύση του, εκτελώντας τον νόμο, θα κρίνει εσένα, που, ενώ έχεις το γράμμα τού νόμου και την περιτομή, είσαι παραβάτης τού νόμου. 28 Επειδή, Ιουδαίος δεν είναι αυτός που είναι κατά το φανερό μέρος Ιουδαίος, ούτε περιτομή αυτή που είναι κατά το φανερό μέρος, αυτή που γίνεται στη σάρκα· 29 αλλ' Ιουδαίος είναι αυτός που είναι κατά το κρυφό μέρος Ιουδαίος, και περιτομή αυτή της καρδιάς, κατά το πνεύμα, όχι κατά το γράμμα, για τον οποίο ο έπαινος είναι όχι από ανθρώπους, αλλά από τον Θεό.

Κεφάλαιον 3

1 ΠΟΙΑ είναι, λοιπόν, η υπεροχή τού Ιουδαίου; Ή, ποια είναι η ωφέλεια της περιτομής; 2 Πολλή, με κάθε τρόπο. Πρώτα μεν, για τον λόγο ότι στους Ιουδαίους εμπιστεύθηκαν τα λόγια τού Θεού. 3 Επειδή, αν μερικοί δεν πίστεψαν, τι με τούτο; Μήπως η απιστία τους θα καταργήσει την πίστη τού Θεού; 4 Μη γένοιτο· αλλά, ας είναι ο Θεός αληθής, και κάθε άνθρωπος ψεύτης· καθώς είναι γραμμένο: «Για να δικαιωθείς στα λόγια σου, και να νικήσεις όταν κρίνεσαι». 5 Και αν η αδικία μας δείχνει τη δικαιοσύνη τού Θεού, τι θα πούμε; Μήπως είναι άδικος ο Θεός, που επιφέρει την οργή; (ως άνθρωπος μιλάω). 6 Μη γένοιτο· επειδή, πώς θα κρίνει ο Θεός τον κόσμο; 7 Αν, βέβαια, η αλήθεια τού Θεού περίσσευσε για τη δόξα του διαμέσου του δικού μου ψέματος, γιατί εγώ κρίνομαι πλέον ως αμαρτωλός; 8 Και, (καθώς δυσφημούμαστε, και καθώς μερικοί κηρύττουν ότι λέμε εμείς): Γιατί να μη κάνουμε τα κακά για νάρθουν τα αγαθά; Η κατάκριση των οποίων είναι δίκαιη.

9 Τι, λοιπόν; Υπερέχουμε από τους εθνικούς; Όχι, βέβαια· επειδή, δείξαμε προηγουμένως ότι και οι Ιουδαίοι και οι Έλληνες, όλοι, είναι κάτω από την αμαρτία. 10 Όπως είναι γραμμένο, ότι: «Δεν υπάρχει δίκαιος ούτε ένας· 11 δεν υπάρχει κάποιος που να έχει σύνεση· δεν υπάρχει κάποιος που να εκζητάει τον Θεό. 12 Όλοι παρεξέκλιναν, μαζί εξαχρειώθηκαν· δεν υπάρχει αυτός που πράττει το αγαθό· δεν υπάρχει ούτε ένας». 13 «Τάφος ανοιγμένος είναι το λαρύγγι τους· με τις γλώσσες τους μιλούσαν δόλια»· «δηλητήριο από οχιές υπάρχει κάτω από τα χείλη τους». 14 Των οποίων «το στόμα είναι γεμάτο από κατάρα και πικρία». 15 «Τα πόδια τους είναι γρήγορα στο να χύσουν αίμα». 16 «Ερήμωση και ταλαιπωρία είναι στους δρόμους τους· 17 και δρόμον ειρήνης δεν γνώρισαν». 18 «Δεν υπάρχει ο φόβος Θεού μπροστά στα μάτια τους». 19 Και ξέρουμε ότι όσα λέει ο νόμος, μιλάει προς εκείνους που είναι κάτω από τον νόμο· ώστε να φράξει κάθε στόμα, και ολόκληρος ο κόσμος να γίνει υπόδικος στον Θεό. 20 Επειδή, από έργα τού νόμου δεν θα δικαιωθεί μπροστά του καμιά σάρκα· για τον λόγο ότι, διαμέσου τού νόμου δίνεται σαφής γνώση τής αμαρτίας.

21 Τώρα, όμως, χωρίς τον νόμο, φανερώθηκε η δικαιοσύνη τού Θεού, έχοντας τη μαρτυρία τού νόμου και των προφητών· 22 δικαιοσύνη, όμως, του Θεού, διαμέσου τής πίστης στον Ιησού Χριστό, προς όλους κι επάνω σε όλους εκείνους που πιστεύουν· επειδή, δεν υπάρχει διαφορά· 23 δεδομένου ότι, όλοι αμάρτησαν, και στερούνται τη δόξα τού Θεού· 24 ανακηρύσσονται, όμως, δίκαιοι, δωρεάν, με τη χάρη του, διαμέσου τής απολύτρωσης που έγινε με τον Ιησού Χριστό· 25 τον οποίο ο Θεός προκαθόρισε ως μέσον εξιλέωσης διαμέσου τής πίστης, με βάση το αίμα του, προς φανέρωση της δικαιοσύνης του, για την άφεση των αμαρτημάτων, που έγιναν στο παρελθόν, μέσα στη μακροθυμία τού Θεού· 26 προς φανέρωση της δικαιοσύνης του στον παρόντα καιρό, για να είναι αυτός δίκαιος, και να ανακηρύσσει δίκαιον εκείνον που πιστεύει στον Ιησού. 27 Πού είναι, λοιπόν, η καύχηση; Κλείστηκε έξω. Με ποιον νόμο; Των έργων; Όχι· αλλά με τον νόμο τής πίστης. 28 Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι ο άνθρωπος ανακηρύσσεται δίκαιος διαμέσου τής πίστης, χωρίς τα έργα τού νόμου. 29 Ή μήπως μόνον των Ιουδαίων είναι ο Θεός; Όχι δε και των Εθνικών; Ναι, και των Εθνικών· 30 επειδή, ένας είναι ο Θεός, που θα δώσει τη δικαίωση στην περιτομή που προέρχεται από πίστη, και στην ακροβυστία διαμέσου τής πίστης. 31 Καταργούμε, λοιπόν, τον νόμο διαμέσου τής πίστης; Μη γένοιτο· αλλά, ορθώνουμε τον νόμο.


    Ваша оценка произведения:

Популярные книги за неделю