332 500 произведений, 24 800 авторов.

Электронная библиотека книг » Автор Неизвестен » Η Καινή Διαθήκη (Φιλος) » Текст книги (страница 21)
Η Καινή Διαθήκη (Φιλος)
  • Текст добавлен: 4 октября 2016, 23:23

Текст книги "Η Καινή Διαθήκη (Φιλος)"


Автор книги: Автор Неизвестен




Жанры:

   

Религия

,


сообщить о нарушении

Текущая страница: 21 (всего у книги 46 страниц)

Κεφάλαιον 20

1 ΚΑΙ την πρώτη ημέρα τής εβδομάδας, η Μαρία η Μαγδαληνή έρχεται το πρωί στο μνήμα, ενώ ακόμα ήταν σκοτάδι, και βλέπει την πέτρα σηκωμένη από το μνήμα. 2 Τρέχει, λοιπόν, και έρχεται στον Σίμωνα Πέτρο, και στον άλλον μαθητή, τον οποίο αγαπούσε ο Ιησούς, και τους λέει: Σήκωσαν τον Κύριο από το μνήμα, και δεν ξέρουμε πού τον έβαλαν. 3 Βγήκε, λοιπόν, έξω ο Πέτρος και ο άλλος μαθητής, και έρχονταν στο μνήμα. 4 Έτρεχαν δε και οι δύο μαζί· και ο άλλος μαθητής έτρεξε ταχύτερα μπροστά από τον Πέτρο, και ήρθε πρώτος στο μνήμα· 5 και αφού έσκυψε προς τα μέσα, βλέπει να κείτονται τα σάβανα καταγής· όμως, δεν μπήκε μέσα. 6 Έρχεται, λοιπόν, ο Σίμωνας Πέτρος ακολουθώντας τον, και μπήκε μέσα στο μνήμα, και κοιτάζει τα σάβανα να κείτονται καταγής, 7 και το σουδάριο, που ήταν επάνω στο κεφάλι του, να μη κείτεται μαζί με τα σάβανα, αλλά τυλιγμένο χωριστά σε ένα μέρος. 8 Τότε, λοιπόν, μπήκε μέσα και ο άλλος μαθητής, που είχε έρθει πρώτος στο μνήμα, και είδε, και πίστεψε· 9 επειδή, δεν καταλάβαιναν ακόμα τη γραφή, ότι αυτός πρέπει να αναστηθεί από τους νεκρούς. 10 Οι μαθητές, λοιπόν, αναχώρησαν ξανά στα δικά τους.

11 Η δε Μαρία στεκόταν έξω, κοντά στο μνήμα, κλαίγοντας· ενώ, λοιπόν, έκλαιγε, έσκυψε στο μνημείο· 12 και βλέπει δύο αγγέλους λευκοντυμένους, καθισμένους, έναν κοντά στο κεφάλι, και έναν κοντά στα πόδια, εκεί όπου είχε τοποθετηθεί το σώμα τού Ιησού. 13 Και εκείνοι λένε σ' αυτήν: Γυναίκα, γιατί κλαις; Λέει σ' αυτούς: Επειδή, σήκωσαν τον Κύριό μου, και δεν ξέρω πού τον έβαλαν. 14 Και αφού είπε αυτά, στράφηκε προς τα πίσω, και βλέπει τον Ιησού να στέκεται, και δεν ήξερε ότι είναι ο Ιησούς. 15 Ο Ιησούς λέει σ' αυτήν: Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητάς; Εκείνη, νομίζοντας ότι είναι ο κηπουρός, λέει σ' αυτόν: Κύριε, αν εσύ τον σήκωσες, πες μου, πού τον έβαλες, και εγώ θα τον σηκώσω. 16 Ο Ιησούς λέει σ' αυτήν: Μαρία. Εκείνη, αφού στράφηκε, λέει σ' αυτόν: Ραββουνί! (που, σημαίνει: Δάσκαλε). 17 Ο Ιησούς λέει σ' αυτήν: Μη με αγγίζεις· επειδή, δεν ανέβηκα ακόμα προς τον Πατέρα μου· αλλά, πήγαινε στους αδελφούς μου, και πες τους: Ανεβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας, και Θεό μου και Θεό σας. 18 Η Μαρία η Μαγδαληνή έρχεται και αναγγέλλει στους μαθητές ότι είδε τον Κύριο, και ότι της είπε αυτά.

19 Το βράδυ, λοιπόν, εκείνης τής ημέρας, την πρώτη ημέρα τής εβδομάδας, ενώ οι θύρες ήσαν κλεισμένες, όπου ήσαν συγκεντρωμένοι οι μαθητές εξαιτίας τού φόβου των Ιουδαίων, ο Ιησούς ήρθε, και στάθηκε στο μέσον, και τους λέει: Ειρήνη σε σας. 20 Και όταν το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά του. Χάρηκαν, λοιπόν, οι μαθητές που είδαν τον Κύριο. 21 Και ξανά ο Ιησούς είπε σ' αυτούς: Ειρήνη σε σας· όπως με απέστειλε ο Πατέρας, και εγώ αποστέλλω εσάς. 22 Και μόλις το είπε αυτό, φύσηξε προς αυτούς, και τους λέει: Λάβετε Πνεύμα Άγιο. 23 Αν τις αμαρτίες κάποιων συγχωρέσετε, είναι σ' αυτούς συγχωρεμένες· αν κάποιων τις κρατάτε, είναι κρατημένες.

24 Ο Θωμάς, όμως, ένας από τους 12, που λέγεται Δίδυμος, δεν ήταν μαζί τους όταν ήρθε ο Ιησούς. 25 Του έλεγαν, λοιπόν, οι άλλοι μαθητές: Είδαμε τον Κύριο. Και εκείνος είπε σ' αυτούς: Αν δεν δω στα χέρια του το σημάδι των καρφιών, και δεν βάλω το δάχτυλό μου στο σημάδι των καρφιών, και δεν βάλω το χέρι μου στην πλευρά του, δεν θα πιστέψω. 26 Και έπειτα από οκτώ ημέρες, οι μαθητές του ήσαν πάλι μέσα στο σπίτι, και ο Θωμάς μαζί τους. Ενώ οι θύρες ήσαν κλεισμένες, έρχεται ο Ιησούς, και στάθηκε στο μέσον, και είπε: Ειρήνη σε σας. 27 Έπειτα, λέει στον Θωμά: Φέρε εδώ το δάχτυλό σου, και δες τα χέρια μου· και φέρε το χέρι σου και βάλε στην πλευρά μου· και μη γίνεσαι άπιστος, αλλά πιστός. 28 Και ο Θωμάς αποκρίθηκε, και είπε σ' αυτόν: Ο Κύριός μου, και ο Θεός μου. 29 Ο Ιησούς λέει σ' αυτόν: Θωμά, επειδή με είδες, πίστεψες· μακάριοι όσοι δεν είδαν, και πίστεψαν.

30 Και πολλά άλλα θαύματα έκανε ο Ιησούς μπροστά στους μαθητές του, που δεν είναι γραμμένα σε τούτο το βιβλίο. 31 Τούτα, όμως, γράφτηκαν, για να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Υιός τού Θεού, και πιστεύοντας να έχετε ζωή στο όνομά του.

Κεφάλαιον 21

1 ΥΣΤΕΡΑ απ' αυτά, ο Ιησούς φανέρωσε ξανά τον εαυτό του στους μαθητές του κοντά στη θάλασσα της Τιβεριάδας· φανέρωσε δε τον εαυτό του ως εξής. 2 Ήσαν μαζί ο Σίμωνας Πέτρος και ο Θωμάς, που λέγεται Δίδυμος, και ο Ναθαναήλ, αυτός από την Κανά τής Γαλιλαίας, και οι γιοι τού Ζεβεδαίου, και άλλοι δύο από τους μαθητές του. 3 Ο Σίμωνας Πέτρος λέει σ' αυτούς: Πηγαίνω να ψαρέψω. Του λένε: Ερχόμαστε και εμείς μαζί σου. Βγήκαν έξω και ανέβηκαν αμέσως στο πλοίο, και κατά τη νύχτα εκείνη δεν έπιασαν τίποτε. 4 Και όταν έγινε ήδη πρωί, ο Ιησούς στάθηκε στον γιαλό· οι μαθητές, όμως, δεν γνώριζαν ότι είναι ο Ιησούς. 5 Ο Ιησούς, λοιπόν, λέει σ' αυτούς: Παιδάκια, μήπως έχετε κάτι για προσφάι; Του αποκρίθηκαν: Όχι. 6 Και εκείνος είπε σ' αυτούς: Ρίξτε τό δίχτυ στα δεξιά μέρη τού πλοίου, και θα βρείτε. Έρριξαν, λοιπόν, και δεν μπόρεσαν πλέον να το τραβήξουν εξαιτίας τού πλήθους των ψαριών. 7 Λέει, λοιπόν, στον Πέτρο ο μαθητής εκείνος, τον οποίο αγαπούσε ο Ιησούς: Ο Κύριος είναι. Και ο Σίμωνας Πέτρος, μόλις άκουσε ότι είναι ο Κύριος, ζώστηκε ολόγυρα τον επενδύτη, (επειδή ήταν γυμνός), και έπεσε στη θάλασσα. 8 Οι άλλοι μαθητές, όμως, ήρθαν με το μικρό πλοίο (επειδή, δεν ήσαν μακριά από την ξηρά, αλλά περίπου 200 πήχες), τραβώντας το δίχτυ των ψαριών. 9 Καθώς, λοιπόν, βγήκαν στην ξηρά, βλέπουν να υπάρχει μια ανθρακιά, και ένα ψάρι να βρίσκεται επάνω της, και ψωμί. 10 Ο Ιησούς λέει σ' αυτούς: Φέρτε από τα ψάρια, που τώρα πιάσατε. 11 Ο Σίμωνας Πέτρος ανέβηκε και τράβηξε το δίχτυ επάνω στην ξηρά, που ήταν γεμάτο με 153 μεγάλα ψάρια· και ενώ ήσαν τόσα, το δίχτυ δεν σχίστηκε. 12 Ο Ιησούς λέει σ' αυτούς: Ελάτε, γευματίστε. Κανένας, όμως, από τους μαθητές δεν τολμούσε να τον εξετάσει: Εσύ, ποιος είσαι; Ξέροντας ότι είναι ο Κύριος. 13 Ο Ιησούς, λοιπόν, έρχεται και παίρνει το ψωμί, και τους το δίνει, παρόμοια και το ψάρι. 14 Αυτή ήταν κιόλας η τρίτη φορά κατά την οποία ο Ιησούς φανερώθηκε στους μαθητές του, αφότου αναστήθηκε από τους νεκρούς.

15 Αφού, λοιπόν, γευμάτισαν, ο Ιησούς λέει στον Σίμωνα Πέτρο: Σίμωνα του Ιωνά, με αγαπάς περισσότερο τούτων; Του λέει: Ναι, Κύριε, εσύ ξέρεις ότι σε αγαπώ. Του λέει: Βόσκε τα αρνιά μου. 16 Του λέει ξανά για δεύτερη φορά: Σίμωνα του Ιωνά, με αγαπάς; Του λέει: Ναι, Κύριε· εσύ ξέρεις ότι σε αγαπώ. Του λέει: Ποίμαινε τα πρόβατά μου. 17 Λέει σ' αυτόν την τρίτη φορά: Σίμωνα του Ιωνά, με αγαπάς; Ο Πέτρος λυπήθηκε που του είπε την τρίτη φορά: Με αγαπάς; Και είπε σ' αυτόν: Κύριε, εσύ ξέρεις τα πάντα· εσύ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ. Του λέει ο Ιησούς: Βόσκε τα πρόβατά μου. 18 Σε διαβεβαιώνω απόλυτα, όταν ήσουν νεότερος, έζωνες τον εαυτό σου, και περπατούσες όπου ήθελες· αφού γεράσεις, όμως, θα απλώσεις τα χέρια σου, και άλλος θα σε ζώσει, και θα σε φέρει όπου δεν θέλεις. 19 Και τούτο το είπε, δείχνοντας με ποιον θάνατο πρόκειται να δοξάσει τον Θεό. Και αφού το είπε αυτό, του λέει: Ακολούθα με.

20 Και ο Πέτρος, καθώς στράφηκε προς τα πίσω, βλέπει να ακολουθεί ο μαθητής, τον οποίο αγαπούσε ο Ιησούς, που κατά το δείπνο είχε γείρει επάνω στο στήθος του, και είχε πει: Κύριε, ποιος είναι αυτός που σε παραδίνει; 21 Βλέποντας ο Πέτρος τούτον, λέει στον Ιησού: Κύριε, και αυτός τι; 22 Ο Ιησούς λέει σ' αυτόν: Αν θέλω αυτόν να μένει μέχρις ότου έρθω, τι ως προς εσένα; Εσύ, ακολούθα με. 23 Διαδόθηκε, λοιπόν, αυτός ο λόγος στους αδελφούς, ότι εκείνος ο μαθητής δεν πεθαίνει. Ο Ιησούς, όμως, δεν του είπε ότι, δεν πεθαίνει, αλλά: Αν θέλω αυτός να μένει μέχρις ότου έρθω, τι ως προς εσένα; 24 Αυτός είναι ο μαθητής, ο οποίος δίνει μαρτυρία γι' αυτά, και τα έγραψε· και ξέρουμε ότι η μαρτυρία του είναι αληθινή. 25 ΕΙΝΑΙ δε και πολλά άλλα, όσα έκανε ο Ιησούς, τα οποία αν γραφούν ένα προς ένα, ούτε ολόκληρος ο κόσμος, νομίζω, δεν θα χωρούσε τα βιβλία που θα γράφονταν. Αμήν.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Κεφάλαιον 1

1 ΤΗΝ πρώτη διήγηση, βέβαια, έκανα, ω Θεόφιλε, για όλα όσα ο Ιησούς άρχισε να κάνει και να διδάσκει, 2 μέχρι την ημέρα κατά την οποία αναλήφθηκε, αφού διαμέσου τού Αγίου Πνεύματος έδωσε εντολές στους αποστόλους, που διάλεξε· 3 στους οποίους και φανέρωσε τον εαυτό του ζωντανό, μετά το πάθος του, με πολλά τεκμήρια, καθώς εμφανιζόταν σ' αυτούς για 40 ημέρες, λέγοντάς τους τα σχετικά με τη βασιλεία τού Θεού. 4 Και καθώς συναναστρεφόταν μαζί τους, τους παρήγγειλε να μη απομακρυνθούν από τα Ιεροσόλυμα, αλλά να περιμένουν την υπόσχεση του Πατέρα, που ακούσατε, τους είπε, από μένα. 5 Επειδή, ο μεν Ιωάννης βάπτισε με νερό, εσείς όμως θα βαπτιστείτε με Άγιο Πνεύμα, όχι ύστερα από πολλές ημέρες.

6 Εκείνοι, λοιπόν, καθώς συγκεντρώθηκαν τον ρωτούσαν, λέγοντας: Κύριε, τάχα σε τούτο τον καιρό αποκαθιστάς τη βασιλεία στον Ισραήλ; 7 Και τους είπε: Δεν ανήκει σε σας να γνωρίζετε τα χρόνια ή τους καιρούς, που ο Πατέρας έβαλε στη δική του εξουσία· 8 αλλά, θα πάρετε δύναμη, όταν έρθει επάνω σας το Άγιο Πνεύμα· και θα είστε μάρτυρες για μένα και στην Ιερουσαλήμ και σε ολόκληρη την Ιουδαία και στη Σαμάρεια, και μέχρι το τελευταίο άκρο τής γης. 9 Και όταν τα είπε αυτά, ενώ αυτοί τον έβλεπαν, αναλήφθηκε, και από κάτω του μια νεφέλη τον πήρε από τα μάτια τους. 10 Και ενώ αυτοί εξακολουθούσαν να ατενίζουν στον ουρανό, καθώς αυτός ανέβαινε, ξάφνου, δύο άνδρες με λευκά ενδύματα στάθηκαν κοντά τους· 11 οι οποίοι και είπαν: Άνδρες Γαλιλαίοι, γιατί στέκεστε κοιτάζοντας στον ουρανό; Αυτός ο Ιησούς, που αναλήφθηκε από σας στον ουρανό, θάρθει έτσι, με τον ίδιο τρόπο που τον είδατε να πορεύεται στον ουρανό.

12 Τότε, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ από το βουνό που αποκαλείται των Ελαιών, το οποίο είναι κοντά στην Ιερουσαλήμ, απέχοντας δρόμον σαββάτου. 13 Και όταν μπήκαν μέσα, ανέβηκαν στο ανώγειο, όπου είχαν το κατάλυμα, ο Πέτρος και ο Ιάκωβος, και ο Ιωάννης και ο Ανδρέας, ο Φίλιππος και ο Θωμάς, ο Βαρθολομαίος και ο Ματθαίος, ο Ιάκωβος του Αλφαίου, και ο Σίμωνας ο Ζηλωτής, και ο Ιούδας τού Ιακώβου. 14 Όλοι αυτοί προσκαρτερούσαν με μια ψυχή στην προσευχή και τη δέηση, μαζί με τις γυναίκες και τη Μαρία, τη μητέρα τού Ιησού, και μαζί με τους αδελφούς του. 15 Και κατά τις ημέρες αυτές, ο Πέτρος, αφού σηκώθηκε στο μέσον των μαθητών, είπε, (ο δε αριθμός των παρόντων εκεί ήταν περίπου 120): 16 Άνδρες αδελφοί, έπρεπε να εκπληρωθεί η γραφή αυτή, που το Άγιο Πνεύμα είχε προείπει διαμέσου τού στόματος του Δαβίδ για τον Ιούδα, ο οποίος έγινε οδηγός σ' αυτούς που συνέλαβαν τον Ιησού· 17 επειδή, ήταν συγκαταριθμημένος με μας, και πήρε τη μερίδα αυτής τής διακονίας. 18 Αυτός, λοιπόν, απέκτησε ένα χωράφι από τον μισθό τής αδικίας, και αφού έπεσε μπρούμυτα, σχίστηκε στο μέσον, και ξεχύθηκαν όλα τα εντόσθιά του· 19 και έγινε γνωστό σε όλους όσους κατοικούν στην Ιερουσαλήμ, ώστε το χωράφι εκείνο ονομάστηκε στη δική τους διάλεκτο: Ακελδαμά, δηλαδή: Χωράφι αίματος. 20 Επειδή, είναι γραμμένο στο βιβλίο των Ψαλμών: «Ας γίνει η κατοικία του έρημη, και ας μη υπάρχει κάποιος που να κατοικεί σ' αυτή», και: «Άλλος ας πάρει την επισκοπή του». 21 Πρέπει, λοιπόν, από τους άνδρες, που συμπαραβρέθηκαν μαζί μας καθόλο τον καιρό, κατά τον οποίο ο Κύριος Ιησούς μπήκε και βγήκε ανάμεσά μας, 22 αρχίζοντας από το βάπτισμα του Ιωάννη μέχρι την ημέρα κατά την οποία αναλήφθηκε από μας, ένας από τούτους να γίνει μαζί μας μάρτυρας της ανάστασής του. 23 Και έστησαν δύο, τον Ιωσήφ, τον ονομαζόμενο Βαρσαβά, που αποκλήθηκε Ιούστος, και τον Ματθία. 24 Και αφού προσευχήθηκαν, είπαν: Εσύ, Κύριε, καρδιογνώστη όλων, ανάδειξε έναν από τούτους τούς δύο, που τον διάλεξες, 25 για να πάρει τη μερίδα αυτής της διακονίας και αποστολής, από την οποία ο Ιούδας ξέπεσε για να πάει στον τόπο του. 26 Και έδωσαν τους κλήρους τους· και ο κλήρος έπεσε στον Ματθία, και συγκαταψηφίστηκε μαζί με τους έντεκα αποστόλους.

Κεφάλαιον 2

1 ΚΑΙ όταν ήρθε η ημέρα τής Πεντηκοστής, όλοι ήσαν με ομοψυχία στον ίδιο τόπο. 2 Και ξαφνικά έγινε ήχος από τον ουρανό, σαν άνεμος που ερχόταν με βία, και γέμισε ολόκληρο το σπίτι όπου ήσαν καθισμένοι. 3 Και φάνηκαν σ' αυτούς γλώσσες σαν φωτιά να διαμοιράζονται, και κάθησε σε κάθε έναν απ' αυτούς ξεχωριστά. 4 Και έγιναν όλοι πλήρεις από το Άγιο Πνεύμα, και άρχισαν να μιλούν ξένες γλώσσες, όπως το Πνεύμα έδινε σ' αυτούς να μιλούν. 5 Και στην Ιερουσαλήμ κατοικούσαν Ιουδαίοι, ευλαβείς άνδρες από κάθε έθνος, που υπάρχει κάτω από τον ουρανό. 6 Και καθώς έγινε αυτή η φωνή, το πλήθος συγκεντρώθηκε και συνταράχθηκε· επειδή, τους άκουγαν κάθε ένας ξεχωριστά να μιλούν με τη δική του διάλεκτο. 7 Και όλοι εκπλήττονταν και θαύμαζαν, λέγοντας αναμεταξύ τους: Δέστε, όλοι αυτοί που μιλούν δεν είναι Γαλιλαίοι; 8 Και πώς εμείς τούς ακούμε, κάθε ένας, στη δική μας διάλεκτο στην οποία γεννηθήκαμε; 9 Πάρθοι και Μήδοι και Ελαμίτες, κι αυτοί που κατοικούν στη Μεσοποταμία, και στην Ιουδαία και στην Καππαδοκία, στον Πόντο και στην Ασία, 10 και στη Φρυγία και στην Παμφυλία, στην Αίγυπτο και στα μέρη τής Λιβύης, που είναι προς την Κυρήνη, και οι Ρωμαίοι που παρεπιδημούν εδώ, και Ιουδαίοι και προσήλυτοι, 11 Κρητικοί και Άραβες, τους ακούμε να μιλούν στις γλώσσες μας τα μεγαλεία τού Θεού. 12 Θαύμαζαν δε όλοι και απορούσαν, λέγοντας ο ένας προς τον άλλον: Τι σημαίνει αυτό; 13 Άλλοι, μάλιστα, χλευάζοντας έλεγαν ότι: Είναι γεμάτοι από μούστο.

14 Και ο Πέτρος, αφού στάθηκε όρθιος μαζί με τους έντεκα, ύψωσε τη φωνή του, και μίλησε σ' αυτούς: Άνδρες Ιουδαίοι και όλοι όσοι κατοικείτε στην Ιερουσαλήμ, ας είναι σε σας γνωστό τούτο, κι ακούστε τα λόγια μου. 15 Επειδή, αυτοί δεν είναι μεθυσμένοι, όπως εσείς νομίζετε· επειδή, είναι η τρίτη ώρα τής ημέρας· 16 αλλά, τούτο είναι εκείνο που ειπώθηκε από τον προφήτη Ιωήλ: 17 «Και κατά τις έσχατες ημέρες, λέει ο Θεός, θα ξεχύσω από το πνεύμα μου επάνω σε κάθε σάρκα· και θα προφητεύσουν οι γιοι σας και οι θυγατέρες σας, και οι νέοι σας θα δουν οράσεις, και οι πρεσβύτεροί σας θα δουν όνειρα· 18 κι ακόμα, επάνω στους δούλους μου κι επάνω στις δούλες μου κατά τις ημέρες εκείνες θα ξεχύνω από το πνεύμα μου, και θα προφητεύσουν· 19 και θα δείξω τέρατα επάνω στον ουρανό, και σημεία κάτω στη γη, αίμα και φωτιά και αναθυμίαση καπνού· 20 και ο ήλιος θα μετατραπεί σε σκοτάδι, και το φεγγάρι σε αίμα, πριν έρθει η ημέρα τού Κυρίου η μεγάλη και επιφανής. 21 Και καθένας που θα επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου, θα σωθεί». 22 Άνδρες Ισραηλίτες, ακούστε τούτα τα λόγια· τον Ιησού τον Ναζωραίο, άνδρα που αποδείχθηκε σε σας από τον Θεό με δυνάμεις και τέρατα και σημεία, τα οποία ο Θεός έκανε ανάμεσά σας διαμέσου αυτού, όπως ξέρετε κι εσείς, 23 τούτον, παίρνοντάς τον, παραδομένον σύμφωνα με την ορισμένη βουλή και πρόγνωση του Θεού, με άνομα χέρια, αφού τον σταυρώσατε, τον θανατώσατε· 24 τον οποίο ο Θεός ανέστησε, λύνοντας τις ωδίνες τού θανάτου, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατόν να κρατιέται απ' αυτόν. 25 Επειδή, ο Δαβίδ λέει γι' αυτόν: «Έβλεπα τον Κύριο μπροστά μου διαρκώς, επειδή είναι από τα δεξιά μου, για να μη σαλευτώ. 26 Γι' αυτό, ευφράνθηκε η καρδιά μου, και αγαλλίασε η γλώσσα μου· ακόμα δε και η σάρκα μου θα αναπαυθεί με ελπίδα. 27 Επειδή, δεν θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον άδη ούτε θα αφήσεις τον όσιό σου να δει φθορά. 28 Μου φανέρωσες δρόμους ζωής· θα με χορτάσεις από ευφροσύνη με το πρόσωπό σου». 29 Άνδρες αδελφοί, μπορώ να σας πω με παρρησία για τον πατριάρχη Δαβίδ, ότι και πέθανε και θάφτηκε, και το μνήμα του είναι μεταξύ μας μέχρι αυτή την ημέρα. 30 Επειδή, λοιπόν, ήταν προφήτης, και ήξερε ότι ο Θεός ορκίστηκε σ' αυτόν με όρκο, ότι από τον καρπό τής οσφύος του θα σηκώσει κατά σάρκα τον Χριστό, για να τον καθίσει επάνω στον θρόνο του, 31 προβλέποντας μίλησε για την ανάσταση του Χριστού, ότι η ψυχή του δεν εγκαταλείφθηκε στον άδη ούτε η σάρκα του είδε φθορά. 32 Τούτον τον Ιησού ο Θεός τον ανέστησε, για τον οποίο εμείς είμαστε μάρτυρες. 33 Αφού, λοιπόν, υψώθηκε με το δεξί χέρι τού Θεού, και πήρε από τον Πατέρα την υπόσχεση του Αγίου Πνεύματος, το ξέχυσε, αυτό που τώρα εσείς βλέπετε και ακούτε. 34 Επειδή, ο Δαβίδ δεν ανέβηκε στους ουρανούς· λέει, όμως, ο ίδιος: «Είπε ο Κύριος στον Κύριό μου: Κάθησε από τα δεξιά μου, 35 μέχρις ότου βάλω τους εχθρούς σου ως υποπόδιο των ποδιών σου». 36 Ας ξέρει, λοιπόν, ο Ισραήλ με βεβαιότητα, ότι, ο Θεός έκανε Κύριο και Χριστό, τούτον τον Ιησού, τον οποίο εσείς σταυρώσατε. 37 Και όταν τα άκουσαν αυτά, η καρδιά τους ήρθε σε κατάνυξη, και είπαν στον Πέτρο και στους υπόλοιπους αποστόλους: Τι πρέπει να κάνουμε, άνδρες αδελφοί; 38 Και ο Πέτρος είπε σ' αυτούς: Να μετανοήσετε, και κάθε ένας από σας να βαπτιστεί στο όνομα του Ιησού Χριστού, σε άφεση αμαρτιών· και θα λάβετε τη δωρεά τού Αγίου Πνεύματος· 39 επειδή, η υπόσχεση είναι προς εσάς και προς τα παιδιά σας, και προς όλους εκείνους που είναι μακριά, όσους θα προσκαλέσει ο Κύριος ο Θεός μας. 40 Και με άλλα πολλά λόγια διαμαρτυρόταν και πρότρεπε, λέγοντας: Να σωθείτε από τούτη τη διεστραμμένη γενεά. 41 Εκείνοι, λοιπόν, αφού με χαρά δέχθηκαν τον λόγο του, βαπτίστηκαν· και προστέθηκαν εκείνη την ημέρα περίπου 3.000 ψυχές. 42 Και έμεναν σταθερά στη διδασκαλία των αποστόλων, και στην κοινωνία, και στην κοπή τού άρτου και στις προσευχές.

43 Και κάθε ψυχή την κατέλαβε φόβος· και διαμέσου των αποστόλων γίνονταν πολλά τέρατα και σημεία. 44 Και όλοι εκείνοι που πίστευαν ήσαν μαζί, και είχαν τα πάντα κοινά· 45 και πουλούσαν τα κτήματα και τα υπάρχοντά τους και τα μοίραζαν σε όλους, σύμφωνα με ό,τι κάθε ένας είχε ανάγκη. 46 Και καθημερινά έμεναν σταθερά ως μια ψυχή μέσα στο ιερό, και έκοβαν τον άρτο σε σπίτια· και έτρωγαν μαζί την τροφή με αγαλλίαση και απλότητα καρδιάς, 47 δοξολογώντας τον Θεό, και βρίσκοντας χάρη μπροστά σε ολόκληρο τον λαό. Και ο Κύριος πρόσθετε καθημερινά στην εκκλησία αυτούς που σώζονταν.

Κεφάλαιον 3

1 ΚΑΙ ο Πέτρος και ο Ιωάννης ανέβαιναν μαζί στο ιερό, κατά την ένατη ώρα τής προσευχής. 2 Και ένας άνδρας, που ήταν χωλός από την κοιλιά τής μητέρας του, βασταζόταν, τον οποίο έβαζαν καθημερινά κοντά στη θύρα τού ιερού, που λεγόταν Ωραία, για να ζητάει ελεημοσύνη από εκείνους που έμπαιναν μέσα στο ιερό. 3 Αυτός, βλέποντας τον Πέτρο και τον Ιωάννη, που επρόκειτο να μπουν μέσα στο ιερό, ζητούσε να πάρει ελεημοσύνη. 4 Και ο Πέτρος, μαζί με τον Ιωάννη, αφού τον ατένισε, είπε: Κοίταξε σε μας. 5 Και εκείνος τούς κοίταξε με προσοχή, προσμένοντας να πάρει κάτι απ' αυτούς. 6 Ο Πέτρος, όμως, είπε: Ασήμι και χρυσάφι εγώ δεν έχω· αλλά, ό,τι έχω, αυτό σου δίνω: Στο όνομα του Ιησού Χριστού τού Ναζωραίου, σήκω επάνω και περπάτα. 7 Κι αφού τον έπιασε από το δεξί χέρι, τον σήκωσε· κι αμέσως στερεώθηκαν οι βάσεις και τα σφυρά των ποδιών του· 8 και αφού αναπήδησε, στάθηκε όρθιος και περπατούσε· και μπήκε μαζί τους μέσα στο ιερό, περπατώντας και πηδώντας και δοξάζοντας τον Θεό. 9 Και τον είδε ολόκληρος ο λαός να περπατάει και να δοξάζει τον Θεό· 10 και τον γνώριζαν ότι αυτός ήταν εκείνος που καθόταν για ελεημοσύνη στην Ωραία πύλη τού ιερού· και γέμισαν από θαυμασμό και έκσταση γι' αυτό που έγινε σ' αυτόν.

11 Και ενώ ο χωλός που γιατρεύτηκε κρατούσε τον Πέτρο και τον Ιωάννη, ολόκληρος ο λαός έτρεξε μαζί προς αυτούς, στη στοά, που λέγεται του Σολομώντα, έκθαμβοι. 12 Και βλέποντας ο Πέτρος, αποκρίθηκε στον λαό: Άνδρες Ισραηλίτες, γιατί θαυμάζετε γι' αυτό; Ή, γιατί ατενίζετε σε μας, σαν, από δική μας δύναμη ή ευσέβεια, να κάναμε να περπατάει αυτός; 13 Ο Θεός τού Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ, ο Θεός των πατέρων μας, δόξασε τον Υιό του, τον Ιησού, που εσείς παραδώσατε, και τον αρνηθήκατε μπροστά στον Πιλάτο, ενώ εκείνος έκρινε να τον απολύσει. 14 Εσείς, όμως, αρνηθήκατε τον άγιο και τον δίκαιο, και ζητήσατε να σας χαριστεί ένας άνδρας φονιάς. 15 Ενώ, τον αρχηγό τής ζωής, τον θανατώσατε, τον οποίο ο Θεός ανέστησε από τους νεκρούς, για τον οποίο εμείς είμαστε μάρτυρες. 16 Και διαμέσου τής πίστης στο όνομά του, αυτόν που βλέπετε και γνωρίζετε, το δικό του όνομα στερέωσε· και η πίστη, που ενεργείται διαμέσου αυτού, έδωσε σ' αυτόν τούτη την τέλεια υγεία μπροστά σε όλους εσάς. 17 Και τώρα, αδελφοί, ξέρω ότι από άγνοια πράξατε, όπως και οι άρχοντές σας. 18 Και ο Θεός, όσα προείπε με το στόμα όλων των προφητών του, ότι ο Χριστός επρόκειτο να πάθει, το εκπλήρωσε έτσι. 19 Μετανοήστε, λοιπόν, και επιστρέψτε, για να εξαλειφθούν οι αμαρτίες σας, για νάρθουν καιροί αναψυχής από την παρουσία τού Κυρίου, 20 και να αποστείλει σε σας τον προαναγγελμένον Ιησού Χριστό· 21 τον οποίο πρέπει να δεχθεί ο ουρανός μέχρι τούς καιρούς τής αποκατάστασης, για όλα όσα μίλησε ο Θεός από παλιά με το στόμα όλων των αγίων προφητών του. 22 Επειδή, ο Μωυσής είπε στους πατέρες ότι: «Ο Κύριος ο Θεός σας θα σηκώσει σε σας προφήτην από τους αδελφούς σας, σαν κι εμένα· αυτόν θα ακούτε σύμφωνα με όλα όσα θα μιλήσει σε σας. 23 Και κάθε ψυχή, που δεν θα ακούσει εκείνον τον προφήτη, θα εξολοθρευτεί από τον λαό». 24 Και μάλιστα, όλοι οι προφήτες από τον Σαμουήλ και εφεξής, όσοι μίλησαν, προανήγγειλαν και τούτες τις ημέρες. 25 Εσείς είστε γιοι των προφητών, και της διαθήκης, που ο Θεός έκανε προς τους πατέρες μας, λέγοντας στον Αβραάμ: «Και στο σπέρμα σου θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της γης». 26 Ο Θεός, πρώτα σε σας, αφού ανέστησε τον Υιό του, τον Ιησού, τον έστειλε για να σας ευλογεί, όταν κάθε ένας επιστρέφετε από τις πονηρίες σας.


    Ваша оценка произведения:

Популярные книги за неделю